Δανειολήπτες και Καταχρηστικές Ρήτρες

Παπαντωνίου & Παπαντωνίου Δ.Ε.Π.Ε. > Δημοσιεύσεις  > Δανειολήπτες και Καταχρηστικές Ρήτρες

Δανειολήπτες και Καταχρηστικές Ρήτρες

Ο Νόμος ο οποίος διέπει και αναλύει τις καταχρηστικές και μη ρήτρες σε  συμβατικές σχέσεις των καταναλωτών με τρίτα πρόσωπα  είναι ο περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμος του 1996 (93(I)/1996). Επίσης, ρυθμίζεται και από το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και δη με την Ευρωπαϊκή Οδηγία 93/13. 

Σύμφωνα με τον εν λόγω Νομοθέτημα καταναλωτής είναι κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο, κατά την κατάρτιση σύμβασης ενεργεί για σκοπούς οι οποίοι είναι άσχετοι με την άσκηση της επιχείρησης του. Συνεπώς, ο προειρημένος νόμος δεν εφαρμόζεται εάν η σύμβαση, την οποία επιθυμεί να συνάψει το φυσικό πρόσωπο με κάποιο τρίτο πρόσωπο, αφορά τις επαγγελματικές του δραστηριότητες. 

Τέτοιες συμβάσεις συναντάμε κυρίως και στο Τραπεζικό Σύστημα, οι οποίες δεν είναι άλλες από τις συμβάσεις δανείων και γενικά τις συμβάσεις πιστωτικών διευκολύνσεων. Ειδικότερα, είμαστε της άποψης ότι οι πλείστοι εξ’ ημών έχουμε έρθει σε επαφή, είτε ως άμεσα είτε ως έμμεσα ενδιαφερόμενοι,  με σύμβαση πιστωτικής διευκόλυνσης, στην οποία έτερο συμβαλλόμενο μέρος να είναι πιστωτικό ίδρυμα. Σε συμβάσεις πιστωτικών διευκολύνσεων υπάρχουν σωρεία ρητρών, οι οποίες απαρτίζουν και περικλείουν την σύμβαση πιστωτικής διευκόλυνσης. Οι ρήτρες αυτές πολλές φορές τίθενται μονομερώς από τη Τράπεζα, υπό τη μορφή προδιατυπωμένων όρων, χωρίς να αποτελούν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης μεταξύ των συμβαλλομένων μερών. Τούτο είναι προϊόν του εκάστοτε οικονομικά «ισχυρού μέρους – Πιστωτικού Ιδρύματος» καθώς τα πιστωτικά ιδρύματα πολλές φορές εκμεταλλεύονται τον οικονομικά υποδεέστερο καταναλωτή, ο οποίος εξ’ ανάγκης αποτείνεται στα πιστωτικά ιδρύματα για λήψη πιστωτικής διευκόλυνσης. 

Ουσιώδεις όροι των φερόμενων συμβάσεων οι οποίοι δεν απετέλεσαν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης είναι δυσανάλογα επαχθείς και/ή παράνομοι και/ή συνιστούν καταχρηστικές ρήτρες καθώς δημιουργούν εις βάρος των δανειοληπτών/καταναλωτών σημαντική και/ή ουσιώδη ανισότητα και ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των αντισυμβαλλόμενων μερών, καθιστώντας τις επίδικες συμβάσεις ετεροβαρείς εις βάρος των δανειοληπτών. 

Οι εν λόγω ρήτρες, νοουμένου ότι αποδειχθεί ενώπιον των δικαστικών αρχών ότι μεταξύ άλλων δημιουργούν σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών που απορρέουν από τη σύμβαση, θεωρούνται ως μη γραμμένες και δεν δεσμεύουν τον καταναλωτή. 

Στις 03/03/2020, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, μετά από προδικαστική παραπομπή, αποφάσισε εν σχέσει με τις καταχρηστικές ρήτρες σε συμβάσεις ενυπόθηκων δανείων που συνάπτονται με καταναλωτές τα ακόλουθα: 

«…1)      Το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, έχει την έννοια ότι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής η ρήτρα συμβάσεως ενυπόθηκου δανείου συναφθείσας μεταξύ καταναλωτή και επαγγελματία η οποία προβλέπει ότι το εφαρμοστέο στο δάνειο επιτόκιο βασίζεται σε έναν από τους επίσημους δείκτες αναφοράς τους οποίους προβλέπει η εθνική ρύθμιση και μπορούν να εφαρμόζουν τα πιστωτικά ιδρύματα στα ενυπόθηκα δάνεια, όταν η ρύθμιση αυτή δεν προβλέπει ούτε την υποχρεωτική εφαρμογή του δείκτη αυτού, ανεξαρτήτως της επιλογής των εν λόγω συμβαλλομένων, ούτε τη συμπληρωματική εφαρμογή του ελλείψει διαφορετικής συμφωνίας μεταξύ τους.

2)      Η οδηγία 93/13, και ιδίως το άρθρο 4, παράγραφος 2, και το άρθρο 8 αυτής, έχει την έννοια ότι δικαστήριο κράτους μέλους οφείλει να ελέγχει τον σαφή και κατανοητό χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας που αφορά το κύριο αντικείμενο της συμβάσεως, τούτο δε ανεξάρτητα από τη μεταφορά του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής στην έννομη τάξη του εν λόγω κράτους μέλους.

3)      Η οδηγία 93/13, και ιδίως το άρθρο 4, παράγραφος 2, και το άρθρο 5 αυτής, έχει την έννοια ότι, προκειμένου να τηρείται η απαίτηση διαφάνειας συμβατικής ρήτρας η οποία καθορίζει κυμαινόμενο επιτόκιο στο πλαίσιο συμβάσεως ενυπόθηκου δανείου, η ρήτρα αυτή πρέπει όχι μόνο να είναι κατανοητή από τυπικής και γραμματικής απόψεως, αλλά και να παρέχει στον μέσο καταναλωτή, ο οποίος έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως επιμελής και συνετός, τη δυνατότητα να κατανοήσει τη συγκεκριμένη λειτουργία του τρόπου υπολογισμού του εν λόγω επιτοκίου και, συνακόλουθα, να αξιολογήσει, βάσει σαφών και κατανοητών κριτηρίων, τις δυνητικά σημαντικές οικονομικές συνέπειες μιας τέτοιας ρήτρας για τις χρηματοπιστωτικές του υποχρεώσεις. Αποτελούν στοιχεία ιδιαιτέρως κρίσιμα για την εκτίμηση στην οποία πρέπει να προβεί συναφώς το εθνικό δικαστήριο, αφενός, το γεγονός ότι τα κύρια στοιχεία σχετικά με τον υπολογισμό του επιτοκίου αυτού είναι ευχερώς προσβάσιμα για όποιον σκοπεύει να συνάψει ενυπόθηκο δάνειο, μέσω της δημοσιεύσεως του τρόπου υπολογισμού του εν λόγω επιτοκίου, καθώς και, αφετέρου, η παροχή πληροφοριών σχετικά με την παρελθούσα εξέλιξη του δείκτη βάσει του οποίου υπολογίζεται το εν λόγω επιτόκιο.

4)      Το άρθρο 6, παράγραφος 1, και το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 έχουν την έννοια ότι επιτρέπουν στο εθνικό δικαστήριο, σε περίπτωση ακυρότητας καταχρηστικής συμβατικής ρήτρας που ορίζει δείκτη αναφοράς για τον υπολογισμό του κυμαινόμενου δανειακού επιτοκίου, να υποκαταστήσει τον δείκτη αναφοράς με δείκτη προβλεπόμενο στον νόμο και εφαρμοστέο ελλείψει αντίθετης συμφωνίας των συμβαλλομένων, εφόσον η οικεία σύμβαση ενυπόθηκου δανείου δεν μπορεί να εξακολουθήσει να ισχύει σε περίπτωση καταργήσεως της εν λόγω καταχρηστικής ρήτρας, και εφόσον η ακύρωση της συμβάσεως στο σύνολό της θα εξέθετε τον καταναλωτή σε ιδιαιτέρως επιζήμιες συνέπειες….»

Ως εκ των ανωτέρω, κατά την ταπεινή μας άποψη θα ήταν φρονιμότερον ο καταναλωτής, πριν την υπογραφή οποιασδήποτε σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, να διαβάζει με μεγάλη προσοχή τους όρους που τίθενται στην εκάστοτε σύμβαση πιστωτικής διευκόλυνσης και να λαμβάνει νομική συμβουλή σε περίπτωση που δεν αντιλαμβάνεται το περιεχόμενο αυτών.

Καταληκτικά, όπως διαφαίνεται από την πιο πάνω Δικαστική Απόφαση αλλά και από τα υπέρογκα υπόλοιπα που παρουσιάζουν σήμερα οι πιστωτικές διευκολύνσεις, από τα «τσουχτερά» επιτόκια τα οποία βάζουν μονομερώς τα πιστωτικά ιδρύματα στις συμβάσεις πιστωτικών διευκολύνσεων, τα οποία στη τελική καθίστανται ένεκα αυτών «μη εξυπηρετούμενα» και «κόκκινα δάνεια»,  κάθε άλλο παρά «διευκόλυνση» αποτελεί για τον καταναλωτή. 

Για περισσότερες πληροφορίες και/ή διευκρινίσεις παρακαλούμε όπως επικοινωνήσετε με το Γραφείο μας στη ηλεκτρονική διεύθυνση info@paplaw.com.cy ή στο τηλέφωνο +35722817711. 

Το παρόν άρθρο αποτελεί ενημέρωση και σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να θεωρηθεί ως επαγγελματική συμβουλή.

Η κάθε περίπτωση χρήζει διαφορετικής διαχείρισης και ως εκ τούτου σας προτείνουμε να ζητήσετε επαγγελματική συμβουλή. 

Στυλιανός Κ. Αυγουστη, ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ & ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ Δ.Ε.Π.Ε.